Μεγαλώνοντας χωρίς την αποδοχή των γονιών μου…

Με έχουν αποδεχθεί οι γονείς μου;
Κι εγώ έχω αποδεχθεί τον εαυτό μου;

Για πόσο ακόμα θα παλεύω με τη μη αναγνώριση και τη μη αποδοχή από τους γονείς και πώς θα φτάσω να αποδεχθώ τον εαυτό μου;

«Καθημερινά, από τότε που γεννήθηκα, για την ακρίβεια από τότε
που θυμάμαι τον εαυτό μου, βρίσκομαι σε μια κατάσταση εγρήγορσης και προσπάθειας να σας δείξω πόση ανάγκη έχω την αποδοχή σας, τον σεβασμό σας, την αναγνώρισή σας…». Αυτά τα λόγια μπορεί να τριγυρίζουν συχνά στο μυαλό μας και μπαίνουμε στο δίλημμα: να τα εκφράσουμε ή όχι στους γονείς μας; Για εμάς μπορεί να είναι πολύ σημαντικό να καταφέρουμε να πάρουμε μια απάντηση πάνω σ’ αυτό, αλλά ποιος θα μας εξασφαλίσει ότι θα πάρουμε την απάντηση που δεν καταφέραμε να λάβουμε σε όλη μας τη ζωή; Κι εμείς γιατί συνεχίζουμε να περιμένουμε ακόμη αυτή την προσοχή και την επιβεβαίωση που ποτέ δεν ήρθε σε όλη τη μέχρι τώρα ζωή μας; Τώρα θα αλλάξουν οι γονείς μας και θα καταλάβουν τι προσδοκάμε; 

Και τότε στρέφουμε την προσοχή στον εαυτό μας και αναρωτιόμαστε: εμείς οι ίδιοι πόσο αποδεχόμαστε τον εαυτό μας; Και τι σημαίνει αυτό; Και θα καταφέρουμε ποτέ να αποδεχθούμε και να αναγνωρίσουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας;

Μπορεί σε όλη μας τη ζωή να βιώσαμε πολλαπλές στερήσεις και ματαιώσεις, περιμένοντας λίγη παρηγοριά και ένα χάδι από τους γονείς… Μπορεί οι γονείς μας να ήταν όντως παρόντες, να ήταν εδώ, «δίπλα μας», αλλά ποτέ να μην κατάφεραν να μας δείξουν ότι αναγνωρίζουν και αποδέχονται όσα εμείς είμαστε και όσα εμείς κάναμε… 

Δεν αναγνωρίσατε και δεν αποδεχτήκατε εμένα, ούτε αυτά που έκανα και όσα προσπαθούσα. Μια ζωή προσπαθούσα να σας αποδείξω ότι είμαι το παιδί που θέλετε…  το παιδί που ποτέ δεν θα σας προδώσει, που ποτέ δε θα ματαιώσει τις επιθυμίες σας, το παιδί που μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες σας. Ήξερα πολύ καλά τις δικές σας ανάγκες και δεν κατάφερα όσο ήμουν κοντά σας ούτε καν να διανοηθώ ότι έχω κι εγώ ανάγκες, ότι έχω κι εγώ εαυτό, ότι έχω και εγώ δικαίωμα στη ζωή, στη δική μου ζωή, στα δικά μου συναισθήματα και στις δικές μου ανάγκες. 


Περίμενα, λοιπόν, την αναγνώριση και την αποδοχή από τους γονείς, την όποια θετική κίνηση από την πλευρά τους, η οποία δεν ήρθε ποτέ… και τώρα μένω να αναρωτιέμαι: χωρίς τη θετική αναγνώριση από τους γονείς μπορώ να αναγνωρίσω και να αποδεχθώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου; 

Αρχίζουμε πραγματικά να συμπαθούμε τον εαυτό μας, όχι όταν εμφανίζουμε έντονη αυτοπεποίθηση, κομπασμό και έπαρση, αλλά όταν όντως μπορούμε να βρισκόμαστε κοντά στον εαυτό μας και να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας. Συμπαθούμε τον εαυτό μας σημαίνει κυρίως ότι αναπτύσσουμε μια ήρεμη ευχαρίστηση να είμαστε ο εαυτός μας. 

Αποδέχομαι τα θετικά συναισθήματα που νιώθω και αποδέχομαι τα θετικά που δέχομαι. «Μπορώ να επιτρέψω σε κάποιον να νοιάζεται για μένα και μπορώ να αποδεχθώ πλήρως το ενδιαφέρον αυτό από μέσα μου. Αυτό μου επιτρέπει να αναγνωρίσω πώς νοιάζομαι και νοιάζομαι βαθιά γα τους άλλους και σχετικά με τους άλλους» (Ρότζερς, 2006: 94).

Πόσο μπορώ, λοιπόν, να καταφέρω να αγαπήσω τον εαυτό μου και πόσο έχω πείσει τον εαυτό ότι μπορεί και αξίζει να αγαπηθεί; Μπορώ να δεχτώ στοργή και αγάπη; Νιώθω ότι μπορώ να αποδεχτώ αυτή την αγάπη και να την κάνω δική μου; Κι αν δεν έχω μάθει να με αποδέχονται και να με αναγνωρίζουν, πόσο εύκολο είναι να μάθω εγώ ο ίδιος να αποδέχομαι και να αναγνωρίζω τον εαυτό μου και να είμαι ανοιχτός στα συναισθήματα και στις συμπεριφορές των άλλων;



Rogers, Carl. 2006. Το γίγνεσθαι του προσώπου. Αθήνα: Ερευνητές.

Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc 


via